
Ο Βύρωνας ήταν παράξενα ανήσυχος εκείνο το πρωί. Κάτι τον βασάνιζε. Ήθελε συνεχώς να πλένει τα χέρια του. Τα χέρια του ή τη συνείδησή του, δεν ήξερε. Κι αυτό το καινούριο σαπούνι με γλυκερίνη του μαλάκωνε τις παλάμες... πίστευε πως του μαλάκωνε την ψυχή. Ξαφνικά γουρλώνει τα μάτια. Ταράζεται! Σπεύδει στο τηλέφωνο και φωνάζει στο γραμματέα:
"Όλοι οι υπάλληλοι στην αίθουσα συσκέψεων... Τ Ω Ρ Α!"
Σε 5' είναι μαζεμένοι, απορημένοι περιμένουν την ανακοίνωση του υπουργού:
"Ποιος ευθύνεται για το νέο σαπούνι στην τουαλέτα μου;"
Λίγο άτολμα ο αποθηκάριος γνέφει με ημιανάταση.
"Καλά το φαντάστηκα" συνέχισε ο Βύρωνας. " Έχομε Μπολσεβίκους στο υπουργείο! Απογόνους του Λένιν! Δεν μπορείς να μην είσαι προπατορικός υπάλληλος; Πες τα όλα! Ποιοι κρύβονται πίσω από τις βόμβες νιτρογλυκερίνης; "
Τα μάτια του γουρλώνουν όλο και περισσότερο.Κοντεύουν να βγουν από τις κόγχες. Άρχισε να υποπτεύεται τους πάντες. Με ένα γρήγορο διερευνητικό βλέμμα στην αίθουσα προσπαθεί να εντοπίσει ένοχες ματιές.
"Δεν θα επιτρέψω να υπάρχει κάποιος τερμίτης που κατατρώγει τα θεμέλια της εξουσίας μου μέσα στο υπουργείο! Και τώρα εξαφανιστείτε!"
Γύρισε στο γραφείο του και με απότομη κίνηση πέταξε το καινούριο σαπούνι.
"Πφ! αυτό μου έλειπε τώρα" είπε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Άρχισε να σιγοβρέχει και ένας δυνατός άνεμος ανακάτεψε τα καλοχτενισμένα μαλλιά του.Έντρομος παρατήρησε πως όλα τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλειστά...
